LOADING

Type to search

Χρήστος Γκουγκουρέλας: ΗΡΘΕ Η ΩΡΑ ΓΙΑ ΜΕΡΙΚΗ ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΧΡΕΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΤ;
(Η ΠΡΟΤΑΣΗ ΤΩΝ ΓΑΛΛΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΩΝ L. SCIALOM KAI B. BRIDONNEUAU)

Διεθνή

Χρήστος Γκουγκουρέλας: ΗΡΘΕ Η ΩΡΑ ΓΙΑ ΜΕΡΙΚΗ ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΧΡΕΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΤ;
(Η ΠΡΟΤΑΣΗ ΤΩΝ ΓΑΛΛΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΩΝ L. SCIALOM KAI B. BRIDONNEUAU)

Share

Είναι δεδομένο ότι η έκτακτη κατάσταση που ζει εδώ και μήνες ολόκληρος ο Πλανήτης συνεπάγεται κολοσσιαία προβλήματα στον οικονομικό τομέα. O αναπόφευκτος δημοσιονομικός εκτροχιασμός των κρατών για την αναγκαία αντιμετώπιση των συνεπειών του lock down προκαλεί ήδη δυσθεώρητα δημοσιονομικά ελλείμματα, η χρηματοδότηση των οποίων γίνεται και θα γίνει με δανεισμό, που θα εκτοξεύσει τους δείκτες του δημοσίου χρέους ανά τον Κόσμο. 

Μάλιστα, τα κράτη που είχαν ήδη υψηλό δείκτη χρέους προς ΑΕΠ κινδυνεύουν ορατά πια να βρεθούν με χρέη ‘‘μη βιώσιμα’’. Ενόψει αυτού του εκφοβιστικού κινδύνου, σε επίπεδο ΕΕ, η πρόταση περί εκδόσεως ευρωομολόγου (αν γινόταν αποδεκτή), είχε ακριβώς αυτό το νόημα: Τα κράτη-μέλη (κ-μ) αφενός θα εξασφάλιζαν τους απαραίτητους πόρους για να χρηματοδοτήσουν την ανάκαμψή τους με χαμηλό κόστος και αφετέρου κάποια απ’ αυτά δεν θα επιβάρυναν το ήδη υψηλό χρέος τους.

Ειδικά για την Ελλάδα, τα πράγματα θα είναι τόσο δύσκολα που αμφισβητείται αν είναι αρκετή μια ορθή οικονομική πολιτική και μια εμπνευσμένη ηγεσία για να αντιπαρέλθει η χώρα στα νούμερα που ήδη ακούγονται γι’ αυτήν και θα τα βρούμε μπροστά μας στις επόμενες μέρες. Το ΔΝΤ προέβλεψε για φέτος υποχώρηση του ΑΕΠ της τάξης του 10%. Η δε ύφεση που θα επέλθει στην ελληνική οικονομία προβλέπεται να είναι μεταξύ 5 και 10%, όπως διεμήνυσε η Κομισιόν, αλλά και το δικό μας, ΙΟΒΕ. Το δημοσιονομικό έλλειμμα, ως ποσοστό επί του ΑΕΠ, κατά το ΔΝΤ, θα φτάσει το 5,1% για φέτος και το 4,4% για το 2021, ενώ το δημόσιο χρέος μας, σύμφωνα με το ΔΝΤ, θα ‘‘ξεφύγει’’ πάνω από το 200%, ή έστω θα κυμανθεί κοντά σ’ αυτό (Το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής το ‘‘βλέπει’’ μέχρι και το 192,7%).

Υπ’ αυτό το οικουμενικό ‘‘σκηνικό’’, δύο Γάλλοι Οικονομολόγοι από το Πανεπιστήμιο ‘‘Paris-Nanterre’’, η καθηγήτρια Laurence Scialom (Λοράνς Σιαλόμ) και ο Dr. Baptiste Bridonneuau (Μπατίστ Μπριντονό) δημοσίευσαν πριν λίγες μέρες μια πολύ ενδιαφέρουσα πρότασή τους περί μερικής διαγραφής δημοσίων χρεών των κ-μ της ΕΕ από την ΕΚΤ (Des Annulations de dette publique par la BCE: Lancons le debat, http://tnova.fr/system/contents/files/000/001/982/original/Terra-Nova_Cycle-Covid19_Des-annulations-de-dettes-par-la-bce_170420—.pdf?1587132547).

Βέβαια, ακόμα και οι ίδιοι αναγνωρίζουν ότι η πρότασή τους αυτή βάλλει ευθέως κατά της παγιωμένης, διαχρονικής  νόρμας στην ΕΕ. Η μη χρηματοδότηση της οικονομικής πολιτικής και η μη ‘‘νομισματοποίηση’’ των δημοσιονομικών ελλειμμάτων των κ-μ, συνεπώς και η απαγόρευση ανάμιξης της ΕΚΤ στην δημοσιονομική διαχείριση και στις οικονομικές δράσεις των κ-μ είναι ένα διηνεκώς  ‘‘οιονεί θρησκευτικό δόγμα’’ στην ΕΕ, ένα τεθέν στο ‘‘ενωσιακό απυρόβλητο’’ πολιτικό θέσφατο.

Ωστόσο, στην παρούσα πρωτοφανή συγκυρία, το μέγα ζητούμενο παντού (άρα και στην Ευρώπη) είναι η αναθέρμανση της οικονομίας και ο τρόπος που αυτή θα επιτευχθεί. Έτσι, δεδομένου ότι τα δημόσια χρέη πολλών κ-μ θα είναι τεράστια και δεν θα μπορούν να αναχρηματοδοτηθούν από τις αγορές (τουλάχιστον με λογικό κόστος), αν εκλαμβάνονται ως ‘‘μη βιώσιμα’’, ούτε θα μπορούν να τιθασευθούν από μια πιθανή προσφυγή των κυβερνήσεων στην ούτως ή άλλως ήδη εξαντλημένη φοροδοτική ικανότητα των πολιτών, πως, στ’ αλήθεια, θα ήταν δυνατόν κάποια κ-μ της ΕΕ να αποφύγουν μια άμεσα ορώμενη στον ορίζοντα πτώχευση; 

Οι άνω Γάλλοι Οικονομολόγοι, επισημαίνουν, καταρχάς, επί τούτου ότι η ΕΚΤ έχει ήδη ενεργήσει στο πρόσφατο παρελθόν ως ‘‘πιστωτής τελευταίας καταφυγής’’ (dernier ressort) στο ευρω-περιβάλλον έχοντας ‘‘αγοράσει’’ επί της ουσίας, αλλά στη δευτερογενή αγορά (γιατί η ενωσιακή νομοθεσία και η νομολογία του Δικαστηρίου της ΕΕ μόνο εκεί επιτρέπει), με τα προγράμματα της (Security Markets Programme -SMP και Outright Monetary Transactions – ΟΜΤ), αλλά και με τη γνωστή ‘‘ποσοτική χαλάρωση’’ (QE), πολύ μεγάλο κομμάτι δημοσίου χρέους κ-μ της ΟΝΕ. Μάλιστα, με βάση το πρόγραμμα αγοράς τίτλων του δημοσίου τομέα (Public Sector Purchase Programme – PSPP) είχε κατασφαλίσει τη δυνατότητά της να ‘‘απορροφά’’ μέχρι και το 33% του δημoσίου χρέους κ-μ. Συνεπώς, η ΕΚΤ έχει ήδη εφαρμόσει στην πράξη ‘‘μεθόδους’’ που στην οικονομική ορολογία και λογική θεωρούνται ‘‘αντισυμβατικές’’.

Οι δύο παραπάνω Οικονομολόγοι προτείνουν, επομένως, η ΕΚΤ να διαγράψει μερικώς από το ενεργητικό της κάποιους διακρατούμενους τίτλους δημοσίου χρέους των κ-μ για να αποφευχθεί, με τις υπερβολικά υψηλές πρόσθετες δημοσιονομικές δαπάνες για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της κρίσης, η αύξηση του δημοσίου χρέους στα κ-μ, και δη η αύξηση σε τέτοιο βαθμό που τα κ-μ δεν θα μπορούσαν να προβούν στις απαραίτητες επενδύσεις για την επανεκκίνηση των οικονομιών τους. Αυτή δε η πρωτοβουλία της ΕΚΤ θα είναι ένα ‘‘δώρο’’ της προς τα κ-μ, διότι αυτά δεν θα κληθούν να πληρώσουν προς την ΕΚΤ το κεφάλαιο και τους τόκους των κατεχόμενων απ’ αυτήν ομολόγων τους. Ζητούν δηλαδή οι δύο Οικονομολόγοι από την ΕΚΤ να μην επιδιώξει να πληρωθεί ομόλογα κ-μ που αγόρασε και θα αγοράσει στην δευτερογενή αγορά. Ή, εναλλακτικώς, η ΕΚΤ να ανανεώνει συνεχώς το χρέος των κ-μ, δημιουργώντας πρακτικά μια μορφή αέναου νομίσματος (monnait eternelle).

Η συγκεκριμένη πρόταση αυτοπροσδιορίζεται από τους εν λόγω Γάλλους Οικονομολόγους ως ‘‘εικονοκλαστική’’. Και, πράγματι, αντανακλά μια ‘‘υπερβατική προσέγγιση’’, καθότι η ΕΚΤ εν προκειμένω καλείται να κινηθεί όχι απλά στο δικό της κανονιστικό πλαίσιο, ως κεντρική τράπεζα που ασκεί νομισματική πολιτική, αλλά, αντιθέτως και επιπροσθέτως, ως ευρωπαϊκός ‘‘πολιτικός παίκτης’’, ως θεσμικός φορέας δηλαδή που θα επωμιστεί και πολιτικό ρόλο και πολιτική ευθύνη και θα δράσει απέναντι στις γιγαντιαίες απαιτήσεις των καιρών όχι ‘‘εμβαλωματικά’’ αλλά με ιστορική συνείδηση της περίστασης και όραμα για το μέλλον της ίδιας της Ένωσης.

Το κύριο γνώρισμα, ωστόσο, τούτης της πρότασης είναι το προϋποθετικό της πλαίσιο. Η ΕΚΤ θα προβαίνει σε μερική διαγραφή δημοσίων χρεών, εφόσον τα κ-μ τηρούν τη λεγόμενη ‘‘ρήτρα πράσινης ανάπτυξης’’ ή άλλως ‘‘οικολογικής μετάβασης’’ (transition ecologique) στη νέα εποχή. Τουτέστιν, η μερική διαγραφή των χρεών προτείνεται να εξαρτάται από ‘‘πράσινη αιρεσιμότητα’’. Έτσι, η οικονομική εξίσωση που πρακτικά επιβάλλει η άνω ρήτρα συνίσταται στην μερική διαγραφή χρέους σε ύψος όμοιο με το ποσό των οικολογικών επενδύσεων που θα γίνονται σε κάθε κ-μ.

Η πρόταση, μας λένε οι δύο Γάλλοι επιστήμονες, είναι ταυτοχρόνως και οικονομικά επωφελής, αλλά και πραγματιστικά υλοποιήσιμη. Αλλά, πάνω απ’ όλα, ‘‘οραματική’’, διότι στοχεύει στην διαγενεακή αλληλεγγύη. Με δεδομένο ότι αφενός τα βάρη του δημοσίου χρέους κάποιων κ-μ, ειδικά αν μετά από αυτήν την κρίση ‘‘αφεθούν απείραχτα’’, θα εκτροχιάσουν το μέλλον των επερχόμενων γενεών, ενώ, αφετέρου, οι ‘‘πράσινες επενδύσεις’’ θα είναι ο καμβάς της ‘‘βιώσιμης ανάπτυξης’’ και για τις επόμενες γενεές, η ανακατεύθυνση (basculement) του δόγματος λειτουργίας των κεντρικών τραπεζών για την ένταξή τους στο σύγχρονο μακροοικονομικό πλαίσιο, με κριτήρια την ‘‘μη αντιπαλότητα’’ (non-rivalite) και τον ‘‘μη αποκλεισμό’’ (non exclusion), είναι ήδη μια αξιοπρόσεκτη και ευκταία εναλλακτική διέξοδος.

Ο αντίλογος, θα μπορούσε να είναι, ότι αν η ΕΚΤ εφαρμόσει μια τέτοια πρόταση, τότε θα προκαλέσει ‘‘κύμα πληθωρισμού’’ στην ευρωζώνη. Αλλά, οι εν λόγω Γάλλοι Οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι ούτως ή άλλως ο από το 2013 τεθείς στόχος της ΕΚΤ να ‘‘κολλήσει’’ στο 2% ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη δεν πέτυχε, καθώς ο αποπληθωρισμός είναι σχεδόν μόνιμο κύριο γνώρισμα της ΟΝΕ. O τελευταίος, μάλιστα, αυξάνει τα βάρη του δημοσίου χρέους κατά οικονομικά και κοινωνικά επώδυνο τρόπο. Οι Οικονομολόγοι επιμένουν ότι ο πληθωρισμός δεν είναι per se ανεπιθύμητος. Μπορεί να οδηγήσει σε αναδιανομή εισοδημάτων και αγαθών και σε μείωση της ‘‘πραγματικής’’ (και όχι βέβαια της ‘‘ονομαστικής’’)  τιμής των δημοσίων χρεών. Μπορεί, εν τέλει, να οδηγήσει στην τόνωση της ζήτησης, παρά στην αύξηση της ποσότητας του χρήματος.

Αυτό που προτείνεται είναι όχι το ‘‘άνοιγμα της κάνουλας’’ χρήματος από την ΕΚΤ, με την τύπωση νέου χρήματος, αλλά εκ μέρους της χαριστικές πράξεις προς τα κ-μ ως προς την αποπληρωμή μέρους ομολογιακού, δημόσιου χρέους, αγορασμένου από την ΕΚΤ στην δευτερογενή αγορά. Σε παρόμοιες ενέργειες προέβησαν οι κεντρικές τράπεζες ανά τον Κόσμο μετά την κρίση του 1930 και μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Και, εξάλλου, όπως διατείνονται οι άνω Γάλλοι, δεν θα ήταν και ‘‘καταστροφή’’ μια αναπροσαρμογή του στόχου της ΕΚΤ περί πληθωρισμού σε μεγαλύτερο πλαφόν (πχ στο 4%, όπως είχε προτείνει το 2010 ο Olivier Βlanchard). Αρκεί η ΕΚΤ να παραμείνει εγγυητής της σταθερότητας των τιμών, όπως επιβάλλει το πάγιο καθήκον της.

Οι συγκεκριμένοι Οικονομολόγοι φθάνουν να επικαλεστούν ακόμη και τον διάσημο Αμερικανό Οικονομολόγο, Milton Friedman, που είχε επεξεργαστεί μια τέτοια πρόταση σε άρθρα του (1948, A monetary and fiscal framework for economic stability και 1969, The optimum quantity of money and other essays) και μας πληροφορούν ότι την ίδια πρόταση ‘‘υιοθέτησε’’ το 2003 o πρώην Πρόεδρος της Αμερικάνικης Fed, Ben Bernanke, για να την Ιαπωνία, προκειμένου αυτή να εξέλθει από τη δική της κρίση.

Αναφέρουν δε ότι το σπουδαιότερο είναι ότι, βάσει της πρότασής τους, η ΕΕ θα αποκτήσει έναν σταθερό μηχανισμό που να αντιμάχεται τις σφοδρές αναταράξεις ασυμμετρικών ‘‘chocs’’. Τα κράτη στην ευρωζώνη δεν μπορούν να υποτιμήσουν το νόμισμα τους για να δώσουν ώθηση στην οικονομία τους ή να ‘‘παίξουν’’ με τα επιτόκια. Και εξηγούν το αδιέξοδο και την ποιότητα της λύσης, που προσφέρει η πρότασή τους.

Θεωρητικά, τα βήματα που θα έκανε ένα, οποιοδήποτε κράτος για να βγει από την κρίση είναι τα εξής: 1. Θα χαμήλωνε τις τιμές και τους μισθούς για να κερδίσει σε ανταγωνιστικότητα (εσωτερική υποτίμηση). 2. Θα ενθάρρυνε κάποιους από τους εργαζομένους του να μετοικήσουν σε χώρες με μικρό δείκτη ανεργίας, 3. Θα προέβαινε σε επεκτατική δημοσιονομική πολιτική για να αυξήσει την παγκόσμια ζήτηση, 4. Θα γινόταν εγγυητής της διαταξιακής ροής εισοδημάτων και θα απέτρεπε την φυγή κεφαλαίων στο εξωτερικό, 5. Θα αύξανε τις πιστώσεις και τη ρευστότητα σε όλη την οικονομία για να υποστηριχθεί η ζήτηση, 6. Θα επωφελούνταν από την άντληση κεφαλαίων από το εξωτερικό, 7. Θα λάμβανε δάνεια μέσω του ESM.

Στην ευρωζώνη όμως: 1. Το επίπεδο των τιμών και των μισθών είναι σχετικά άκαμπτο (rigide). 2. Η διακίνηση του εργατικού προσωπικού μπορεί να εμποδίζεται από πολιτιστικά ή γλωσσικά εμπόδια. 3. H δημοσιονομική ελαστικότητα είναι περιορισμένη, είτε λόγω των κανόνων για το έλλειμμα και το χρέος, είτε λόγω της πιθανής αύξησης των επιτοκίων από μια πιθανή επιβάρυνση του δημοσίου χρέους. 4. H αγορά κεφαλαίων δεν είναι αρκετά ‘‘βαθειά’’ και η ‘‘διαφοροποίηση των χαρτοφυλακίων ενεργητικού’’ ασθενής για να εγγυηθεί μια έστω κατ’ ελάχιστο σταθερή ροή ρευστότητας. 5. Οι πιστώσεις στην οικονομία είναι προ-κυκλικές, δηλαδή μειώνονται αντί να αυξάνονται όταν ένα κ-μ γνωρίζει ένα αρνητικό σοκ, γεγονός που μεγεθύνει την ύφεση. 6. Η ΕΕ δεν είναι μια ‘‘ένωση μεταφοράς πόρων’’ και ο Προϋπολογισμός της είναι ‘‘λυμφατικός’’. Η δε ΟΝΕ είναι μια ατελής ένωση (και όχι ‘‘βέλτιστη νομισματική ζώνη’’ – zone monetaire optimale), ήτοι μια νομισματική δομή χωρίς πραγματική οικονομική και τραπεζική ένωση, στην οποία μάλιστα δεν επιτρέπεται η ‘‘αμοιβαιοποίηση χρέους’’. 7. Τα δάνεια από τον ESM μέχρι 2% επί του ΑΕΠ ενός κ-μ και φυσικά δεν είναι αρκετά. 

Δοθέντος, λοιπόν, και του αδιεξόδου της Συνόδου Κορυφής της 23ης Απριλίου, κατά την οποία οι Ευρωπαίοι ηγέτες συμφώνησαν γενικά, εντούτοις αοριστολογικώς, για τη συγκρότηση ενός ενωσιακού ‘‘Ταμείου Ανάκαμψης’’, παραπέμποντας τη σχηματοποίηση και συγκεκριμενοποίηση μιας τέτοιας λύσης στην Κομισιόν, η πρόταση των δύο Γάλλων Οικονομολόγων έχει έντονη χρηστική αξία. Και τούτο διότι αυτό που πρέπει να αποφασιστεί τελικά είναι το ποσό που θα διατεθεί από το άνω Ταμείο στην ευρωπαϊκή οικονομία (ήτοι θα διανεμηθεί στις οικονομίες των κ-μ) και η μορφή των κονδυλίων που θα δοθούν. Θα είναι δάνεια ή επιχορηγήσεις, δηλαδή χαριστικές μεταβιβάσεις προς τα κ-μ (δηλ. επιχορηγήσεις κινούμενες στο ‘‘πνεύμα’’ των δύο Οικονομολόγων);

Βέβαια, σε κάθε περίπτωση η ενωσιακή έννομη τάξη έχει τον πρώτο και τελευταίο λόγο. Το άρθρο 123 της ΣΛΕΕ, που απαγορεύει τη χρηματοδότηση της οικονομικής πολιτικής των κ-μ από την ΕΚΤ θα ήταν σίγουρα μια πρόκληση επί της πρότασης των Γάλλων επιστημόνων, οι οποίοι όμως δεν ‘‘πτοούνται’’. Καθώς μας θυμίζουν ότι η απόφαση της ΕΚΤ για το πρόγραμμα ΟΜΤ λήφθηκε με πλειοψηφία 2/3 από το Δ.Σ. της και, συνεπώς, εν προκειμένω θα μπορούσε να παρακαμφθεί ακόμη και η γνώμη της Γερμανίας και της Ολλανδίας. Εναλλακτικώς, οι δύο Γάλλοι υποδεικνύουν ως νομική βάση της πρότασής τους το άρθρο 122§2 της ΣΛΕΕ.

Είναι πάντως, αυτή η πρόταση των δύο Γάλλων Οικονομολόγων μια πρόταση στην οποία σίγουρα θα μπορούσε να ρίξει μια δέουσα ματιά και η ελληνική πλευρά. Ο Κ. Μητσοτάκης έχει δείξει, άλλωστε, ότι δεν είναι ‘‘ιδεολογικά στενόμυαλος’’, αλλά, αντιθέτως, κάποιες φορές και ‘‘τολμηρός’’. Η εν λόγω πρόταση μπορεί βέβαια να εξάγεται από τη ‘‘φαρέτρα των αντισυμβατικών λύσεων’’, αλλά το ζήτημα δεν είναι να το ‘‘παίξει’’ κάποιος ηγέτης στην ΕΕ ‘‘ακραίος’’ και ‘‘αντισυμβατικός’’ (όπως ο προκάτοχος του), αλλά να θέσει το δίλημμα, κατά πόσο η συμβατική οικονομική νοησιαρχία είναι στην παρούσα φάση αρκετή; Τουλάχιστον, για να γίνει αυτό που στον τίτλο της πρότασής τους αναφέρουν οι δύο Γάλλοι Οικονομολόγοι, να ξεκινήσει δηλαδή ένας ουσιαστικός διάλογος σε επίπεδο κορυφής. Ας αρχίσουμε, λοιπόν, στην ΕΕ τουλάχιστον τον διάλογο (Lancons le debat)…..

Κατερίνη, 28/4/2020

ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΚΟΥΓΚΟΥΡΕΛΑΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ

LLM IN INTERNATIONAL COMMERCIAL LAW

LLM IN EUROPEAN LAW

Cer. LSE in Business, International 

    Relations and the political science